βαθμός

ουσιαστικό

1. Μέτρο της έντασης, του επιπέδου ή της έκτασης μιας ιδιότητας ή ποσότητας σε κλίμακα αξιολόγησης.

2. Αριθμητική ή συμβολική αξιολόγηση της επίδοσης σε εκπαιδευτικά ή εξεταστικά πλαίσια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η Μαρία πήρε υψηλό βαθμό στο διαγώνισμα των μαθηματικών.
  • Η θερμοκρασία ανέβηκε δύο βαθμούς μέσα σε λίγες ώρες.
  • Ο μηχανικός μέτρησε τον βαθμό κλίσης της στέγης.
  • Ο γιατρός αξιολόγησε τον βαθμό πόνου πριν χορηγήσει την αγωγή.
  • Ο πολυώνυμος f(x) έχει βαθμό τρία.