βαθμίδα
ουσιαστικό1. Μικρό οριζόντιο τμήμα κατασκευής που προβάλλει ως θέση για τοποθέτηση ποδιού ή ως ενδιάμεσο επίπεδο σε ανέβασμα και κατέβασμα.
2. Διακριτή θέση μέσα σε σειρά ή κλίμακα που προσδιορίζει βαθμό, επίπεδο ιεραρχίας ή στάδιο προόδου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πάτησε στην τελευταία βαθμίδα της σκάλας.
- Η βαθμίδα στην ιεραρχία του οργανισμού κατακτάται μετά από αξιολόγηση.
- Στο εκπαιδευτικό σύστημα, κάθε βαθμίδα αντιστοιχεί σε διαφορετικό επίπεδο γνώσεων.
- Ρύθμισε τη θερμοκρασία κατά μία βαθμίδα αν χρειάζεται.
- Στη φορολογία, κάθε βαθμίδα έχει διαφορετικό συντελεστή.