αυθαιρεσία
ουσιαστικό1. Στάση ή πρακτική κατά την οποία κάποιος λαμβάνει αποφάσεις ή ενεργεί σύμφωνα με το προσωπικό του θέλημα, χωρίς σεβασμό σε νόμους, κανόνες ή δικαιώματα άλλων και χωρίς αντικειμενικά κριτήρια.
Συνώνυμα
αυθαίρεση αυθαιρετικότητα ασυδοσία παρανομία κατάχρηση αδικία αυταρχισμός μονοπραξία παραβίαση αδιαφάνεια προκατάληψη υποκειμενικότητα κακοδιαχείριση τυραννία βία ασυνειδησία
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καταγγέλλουν την αυθαιρεσία των αστυνομικών απέναντι στους διαδηλωτές.
- Η αυθαιρεσία στην έκδοση οικοδομικών αδειών προκάλεσε πολλά αυθαίρετα κτίσματα.
- Οι πολίτες διαμαρτύρονται για την αυθαιρεσία στις φορολογικές επιβαρύνσεις.
- Στη συζήτηση τόνισε ότι υπάρχει αυθαιρεσία στην αξιολόγηση των μαθητών.
- Το δικαστήριο καταδίκασε την αυθαιρεσία της δημοτικής αρχής.