μπερδεμάρα
ουσιαστικό1. Κατάσταση αταξίας ή ανακατωσούρας όπου αντικείμενα, πληροφορίες ή ενέργειες βρίσκονται ανακατεμένα και δυσχεραίνουν την οργάνωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τι μπερδεμάρα είναι αυτό το πρόγραμμα, δεν βγάζω άκρη.
- Έγινε μεγάλη μπερδεμάρα με τα ραντεβού και άργησαν όλοι.
- Στο συρτάρι επικρατεί πλήρης μπερδεμάρα με τα χαρτιά και τα κλειδιά.
- Η μπερδεμάρα των οδηγιών με έκανε να το συναρμολογήσω λάθος.
- Μην κάνεις άλλη μπερδεμάρα, γράψε καθαρά το όνομά σου.
- Με τόσες αλλαγές, η κατάσταση έγινε πραγματική μπερδεμάρα.