χαοτικότητα
ουσιαστικόΚατάσταση στην οποία επικρατεί έλλειψη τάξης, συνοχής ή προβλεψιμότητας, με ασταθή και δύσκολα ελεγχόμενη εξέλιξη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η χαοτικότητα της κατάστασης έκανε δύσκολη κάθε απόφαση.
- Στο γραφείο επικρατούσε πλήρης χαοτικότητα μετά την ξαφνική αλλαγή του προγράμματος.
- Η χαοτικότητα των σημειώσεών του δεν άφηνε περιθώριο για γρήγορη μελέτη.
- Παρά τη φαινομενική χαοτικότητα, το σύστημα ακολουθούσε έναν δικό του εσωτερικό κανόνα.
- Η πολιτική χαοτικότητα της περιόδου εκείνης επηρέασε την οικονομία.
- Η χαοτικότητα της κυκλοφορίας αύξησε την καθυστέρηση σε όλη την πόλη.