αμορφία

ουσιαστικό

1. Έλλειψη καθορισμένης ή σαφούς μορφής, κατάσταση όπου κάτι δεν έχει σταθερό ή ορατό περίγραμμα.

2. Ιδιότητα αντικειμένων ή υλικών που δεν εμφανίζουν καθορισμένη δομή ή κρυσταλλικό πλέγμα, με αποτέλεσμα ασαφές ή ακανόνιστο σχήμα.

Συνώνυμα

αμορφοσύνη παραμόρφωση παραμορφία ασχήμια ανωμαλία αταξία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αμορφία του πηλού δεν επέτρεπε να σχηματιστεί λεπτό σχέδιο.
  • Οι κριτικοί σχολίασαν την αμορφία του έργου ως έλλειψη αισθητικής.
  • Στα γυαλιά και σε ορισμένα πολυμερή, η αμορφία της δομής επηρεάζει τη διαφάνεια και την αντοχή.
  • Η αμορφία της διοίκησης έκανε δύσκολη την υλοποίηση του προγράμματος.
  • Στην αρχαία φιλοσοφία, η αμορφία θεωρούνταν αρχικό στάδιο πριν από τη μορφοποίηση των όντων.