σταθερός

επίθετο

1. Που διατηρεί ισορροπία ή θέση χωρίς να κλονίζεται ή να μετακινείται εύκολα.

2. Που παραμένει ο ίδιος σε διάρκεια χρόνου ή υπό διαφορετικές συνθήκες, χωρίς σημαντικές μεταβολές ή διακυμάνσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η σύνδεση στο διαδίκτυο είναι σταθερή.
  • Είναι σταθερός χαρακτήρας και δεν αλλάζει εύκολα γνώμη.
  • Οι τιμές στο κατάστημα παρέμειναν σταθερές.
  • Το τραπέζι αυτό είναι σταθερό και δεν κουνιέται.
  • Η θερμοκρασία στο εργαστήριο πρέπει να είναι σταθερή.