σταθερός
επίθετο1. Που διατηρεί ισορροπία ή θέση χωρίς να κλονίζεται ή να μετακινείται εύκολα.
2. Που παραμένει ο ίδιος σε διάρκεια χρόνου ή υπό διαφορετικές συνθήκες, χωρίς σημαντικές μεταβολές ή διακυμάνσεις.
Συνώνυμα
ακλόνητος αμετακίνητος ασάλευτος αμετάβλητος αταλάντευτος συνεπής μόνιμος διαρκής συνεχής στέρεος αξιόπιστος στιβαρός ισορροπημένος αμετάκλητος σταθεροποιημένος ακίνητος άκαμπτος σθεναρός στατικός στερεός συγκροτημένος σφιχτός τακτικός ανυποχώρητος αποφασισμένος ηρεμικός καθορισμένος ομαλός σταθερό αναλλοίωτος παγιωμένος ατάραχος βέβαιος σίγουρος ασφαλής δεδομένος πιστός ορισμένος ανεπηρέαστος αποφασιστικός γαλήνιος ελεγχόμενος μετρημένος συντηρητικός ώριμος εγγυημένος εμπιστεύσιμος ομοιόμορφος οριστικός παντοτινός προκαθορισμένος προσγειωμένος συχνός
Αντώνυμα
ασταθής μεταβλητός εφήμερος κρίσιμος αβέβαιος ζαλισμένος κριτικός διαταραγμένος ιδιότροπος μεταβαλλόμενος μεταβατικός περιστασιακός απρόβλεπτος αλλοπρόσαλλος εναλλασσόμενος ρευστός νευρικός εκρηκτικός έκτακτος δυναμικός προσωρινός άπιστος αναξιόπιστος αναποφάσιστος ανασφαλής διαλυμένος ελαστικός ευέλικτος παροδικός περαστικός πρόσκαιρος ταραχώδης στιγμιαία αμφιταλαντευόμενος ανατρεπτικός ασυνεπής αυτοσχέδιος επισφαλής ευλύγιστος ευμετάβλητος κινητικός περιπλανώμενος προσαρμόσιμος συγχυσμένος φευγαλέος απρόσμενος ανισόρροπος δραματικός εύθραυστος συγκεχυμένος αποπροσανατολισμένος προδοτικός προσαρμοστικός στιγμιαίος υστερικός οριακός σποραδικός
Παραδείγματα χρήσης
- Η σύνδεση στο διαδίκτυο είναι σταθερή.
- Είναι σταθερός χαρακτήρας και δεν αλλάζει εύκολα γνώμη.
- Οι τιμές στο κατάστημα παρέμειναν σταθερές.
- Το τραπέζι αυτό είναι σταθερό και δεν κουνιέται.
- Η θερμοκρασία στο εργαστήριο πρέπει να είναι σταθερή.