ανατρεπτικός
επίθετο1. Που προκαλεί ριζική ανατροπή των καθιερωμένων δομών, κανόνων ή καταστάσεων.
2. Που εισάγει ασυνήθιστες ή ριζοσπαστικές προσεγγίσεις που αλλάζουν το υπάρχον πλαίσιο ή τον τρόπο σκέψης.
Συνώνυμα
διαταρακτικός αποσταθεροποιητικός επαναστατικός ριζοσπαστικός αντισυμβατικός υπονομευτικός ανταρτικός διασπαστικός ασυμβίβαστος αντικαθεστωτικός επινοητικός καταλυτικός νεωτεριστικός πρωτοποριακός καινοτόμος προκλητικός συνταρακτικός ριζικός αμφισβητητικός προοδευτικός εκρηκτικός εναλλακτικός απρόβλεπτος
Αντώνυμα
συντηρητικός συμβατικός παραδοσιακός σταθεροποιητικός σταθερός συγκρατημένος προβλέψιμος ομαλός συνεπής νομοταγής κοινοτυπικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ανατρεπτικός χαρακτήρας της διαδήλωσης ανάγκασε την κυβέρνηση σε διάλογο.
- Η ανατρεπτική ταινία αναμόρφωσε τον τρόπο που σκεφτόμαστε το είδος.
- Το ανατρεπτικό τέλος του μυθιστορήματος εξέπληξε τους αναγνώστες.
- Οι ανατρεπτικές τεχνολογίες αλλάζουν την αγορά εργασίας ραγδαία.
- Το σχέδιο είχε ανατρεπτικό αποτέλεσμα στην καθιερωμένη πρακτική.