φευγαλέος
επίθετο1. Που διαρκεί για πολύ μικρό χρονικό διάστημα ή υπάρχει προσωρινά, χωρίς μόνιμη παρουσία.
2. Που γίνεται αντιληπτό στιγμιαία ή εμφανίζεται σύντομα και ξεθωριάζει γρήγορα, χωρίς να αφήνει σταθερή εντύπωση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στη φωτογραφία και μετά την έκλεισε.
- Είχα μια φευγαλέα εντύπωση ότι με είχε προσέξει στο πλήθος.
- Ο φευγαλέος έρωτας του καλοκαιριού άφησε μόνο αναμνήσεις.
- Στα σύννεφα φάνηκαν φευγαλέες λωρίδες φωτός.
- Η ευκαιρία ήταν φευγαλέα· δεν ξαναπαρουσιάστηκε.