γαλήνιος
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από απουσία αναστάτωσης, έντασης ή ταραχής στην ψυχική διάθεση ή στο περιβάλλον.
2. Που παρουσιάζει έλλειψη κυματισμού ή έντονων κινήσεων (για θάλασσα, λίμνη ή γενικά επιφάνεια), με ομαλή και σταθερή επιφάνεια.
Συνώνυμα
ήρεμος ηρεμικός ατάραχος γαληνός ήσυχος ειρηνικός ψύχραιμος ηρεμημένος σιωπηλός χαλαρός σταθερός ηρεμιστικός αναπαυμένος ευχάριστος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γαλήνια θάλασσα καθρέφτιζε τον ουρανό.
- Πέρασα ένα γαλήνιο απόγευμα στο εξοχικό.
- Το πρόσωπό του είχε ένα γαλήνιο χαμόγελο.
- Ένας γαλήνιος ύπνος με ανανέωσε.
- Η γαλήνια ατμόσφαιρα στην τάξη βοηθά τα παιδιά να συγκεντρωθούν.
- Τον χαρακτήρισαν ως γαλήνιο άνθρωπο που δεν χάνει την ψυχραιμία του.