ακλόνητος
επίθετο1. Που παραμένει σταθερό στη θέση του και δεν μετακινείται ή αναταράσσεται εύκολα υπό εξωτερικές επιδράσεις.
2. Που διατηρεί σταθερή και αμετάβλητη στάση, πεποίθηση ή κρίση και δεν επηρεάζεται εύκολα από αντιρρήσεις ή περιστάσεις.
Συνώνυμα
αμετακίνητος αταλάντευτος ατράνταχτος αδιαμφισβήτητος αδιάψευστος αμετάβλητος αδιάσειστος σταθερός ακίνητος άκαμπτος αδιάλλακτος στέρεος ανυποχώρητος βέβαιος αδιαπραγμάτευτος αξιόπιστος στερεός αλώβητος αποδεδειγμένος σταθερό παγιωμένος αναλλοίωτος μόνιμος σταθερότατος ατσάλινος ανθεκτικός πιστός απόλυτος έμπιστος απρόσβλητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο βράχος παρέμεινε ακλόνητος παρά τους δυνατούς ανέμους.
- Παρά τις αντιρρήσεις, η πίστη της στη νίκη έμεινε ακλόνητη.
- Παρουσίασε ακλόνητα στοιχεία που απέδειξαν την ενοχή του.
- Ο καθηγητής είχε ακλόνητο επιχείρημα κατά τη διάρκεια της διάλεξης.
- Οι στήλες του κτηρίου έμειναν ακλόνητες παρά τους σεισμούς.