παροδικός
επίθετοΠου υπάρχει, διαρκεί ή εκδηλώνεται μόνο για σύντομο ή περιορισμένο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παροδική βλάβη στο δίκτυο λύθηκε μέσα σε λίγα λεπτά.
- Ένιωσε έναν παροδικό πόνο στο στομάχι μετά το γεύμα.
- Το έργο προσέφερε μόνο παροδική απασχόληση, όχι μόνιμη θέση.
- Το φαινόμενο ήταν παροδικό και δεν επανεμφανίστηκε.
- Οι παροδικές αυξήσεις της θερμοκρασίας οφείλονται σε τοπικά ρεύματα.
- Μας έδωσαν ένα παροδικό δελτίο εισόδου για το κτίριο.