διαλυμένος

επίθετο

1. Που έχει μετατραπεί σε διαλυμένη κατάσταση μέσα σε υγρό ή διάλυμα, έχοντας χάσει την στερεή μορφή του.

2. Που έχει διασπαστεί σε μικρότερα μέρη και δεν υπάρχει πια ως ενιαίο ή συνεκτικό σύνολο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο κινητήρας ήταν διαλυμένος μετά το σοβαρό ατύχημα.
  • Μετά τον χωρισμό, ο Γιάννης αισθανόταν διαλυμένος.
  • Το αλάτι είναι διαλυμένο στο νερό και δεν φαίνεται.
  • Ύστερα από το μαραθώνιο, η Μαρία γύρισε διαλυμένη στο σπίτι.
  • Οι σχέσεις της ομάδας ήταν διαλυμένες κι ανάγκασαν τον προπονητή να παραιτηθεί.