σποραδικός
επίθετοΠου εμφανίζεται ή συμβαίνει σε αραιά και ακανόνιστα διαστήματα, χωρίς σταθερή συχνότητα.
Συνώνυμα
περιστασιακός παρεμπίπτων ασυνεπής μεμονωμένος σπάνιος ασυνεχής αραιός διάσπαρτος επεισοδιακός τυχαίος τυχαίο αποσπασματικός αραιωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι βροχές ήταν σποραδικές καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας.
- Έχουμε σποραδική επικοινωνία από τότε που μετακόμισε στο εξωτερικό.
- Παρουσιάστηκαν σποραδικά προβλήματα στη σύνδεση του διαδικτύου.
- Οι αναφορές για το φαινόμενο είναι σποραδικές και δεν επιβεβαιώνονται εύκολα.
- Σε εκείνη την περιοχή εμφανίζονται σποραδικά κρούσματα της ασθένειας.