ρευστός

επίθετο

1. Που ρέει εύκολα και παίρνει το σχήμα του δοχείου ή του χώρου όπου βρίσκεται.

2. Που μπορεί να αλλάζει μορφή, κατάσταση ή ισορροπία με ευκολία.

3. Που δεν είναι σταθερός ή μόνιμος και μεταβάλλεται συνεχώς.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το μέταλλο γίνεται ρευστό όταν ζεσταθεί πολύ.
  • Η κατάσταση στην αγορά παραμένει ρευστή και αλλάζει συνεχώς.
  • Έχει ρευστό διαθέσιμο για να καλύψει τα έξοδά του.
  • Στις μέρες μας, οι πολιτικές ισορροπίες είναι ιδιαίτερα ρευστές.
  • Ο γιατρός περιέγραψε το αίμα ως ένα ρευστό βιολογικό υλικό.