ιδιότροπος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει ασυνήθιστη ή απρόβλεπτη συμπεριφορά ή διαθέσεις, αλλάζοντας εύκολα γνώμη ή διάθεση με τρόπο που δυσχεραίνει την πρόβλεψη των αντιδράσεών του.

Συνώνυμα

ιδιόρρυθμος ιδιοσυγκρασιακός εκκεντρικός κυκλοθυμικός καπριτσιόζος παραξενιάρης αλλοπρόσαλλος παραξενικός απρόβλεπτος εκλεκτικός λεπτολόγος απαιτητικός ιδιάζων μουρτζούφλης κακόκεφος δύστροπος επιλεκτικός ασταθής μεταβλητός περίεργος ιδιαίτερος παράξενος ιδιότυπος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Πέτρος είναι πολύ ιδιότροπος και δεν ικανοποιείται εύκολα.
  • Η ιδιότροπη συμπεριφορά του δυσκολεύει τη συνεργασία στην ομάδα.
  • Το μικρό παιδί έγινε ιδιότροπο όταν δεν πήρε αυτό που ήθελε.
  • Ο καιρός σήμερα είναι ιδιότροπος και αλλάζει συνεχώς.
  • Αυτό το μηχάνημα είναι ιδιότροπο και θέλει συχνή συντήρηση.