ακίνητος

επίθετο

1. Που δεν κινείται ή δεν αλλάζει θέση.

2. Που παραμένει σταθερός, χωρίς ουσιαστική μεταβολή σε σχέση με προηγούμενη κατάσταση.

3. Που δεν αντιδρά, δεν ενεργεί ή εμφανίζει αδράνεια απέναντι σε ερεθίσματα ή εξελίξεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Μείνε ακίνητος μέχρι να σου πω.
  • Η πόρτα παρέμεινε ακίνητη όλη τη νύχτα.
  • Το αυτοκίνητο έμεινε ακίνητο στην άκρη του δρόμου.
  • Οι γονείς του είχαν πολλά ακίνητα στην επαρχία.
  • Οι προσκεκλημένοι έμειναν ακίνητοι κατά τη διάρκεια της τελετής.