παγιωμένος
επίθετοΠου έχει εδραιωθεί και παραμένει σταθερός ή αμετάβλητος με την πάροδο του χρόνου.
Συνώνυμα
εδραιωμένος στερεωμένος σταθερός καθιερωμένος στερεοποιημένος εμπεδωμένος θεμελιωμένος δεδομένος στατικός παραδεδεγμένος οριστικός πάγιος ακλόνητος αμετακίνητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θέση του στην ομάδα είναι πλέον παγιωμένη μετά από χρόνια καλών εμφανίσεων.
- Υπάρχει μια παγιωμένη αντίληψη ότι τα μαθηματικά είναι δύσκολα.
- Το κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει παγιωμένο και δεν αλλάζει εύκολα.
- Οι παγιωμένες συνήθειες δύσκολα αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη.
- Η αγορά λειτουργεί με παγιωμένους κανόνες που όλοι γνωρίζουν.