ισορροπημένος

επίθετο

1. Που διατηρεί σταθερή θέση ή ισορροπία, χωρίς να κλίνει ή να πέφτει προς κάποιο από τα δύο άκρα.

2. Που παρουσιάζει ψυχική ή συναισθηματική σταθερότητα, με μέτρο, αυτοέλεγχο και ορθολογική κρίση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ισορροπημένη προσωπικότητα αντιμετωπίζει καλύτερα το στρες.
  • Μια ισορροπημένη διατροφή περιλαμβάνει λαχανικά, πρωτεΐνες και υγιεινά λιπαρά.
  • Ο σεφ πέτυχε μια ισορροπημένη γεύση στο πιάτο.
  • Το χαρτοφυλάκιο πρέπει να είναι ισορροπημένο για τη μείωση του ρίσκου.
  • Οι ισορροπημένοι αθλητές έχουν καλύτερη απόδοση και λιγότερους τραυματισμούς.