στατικός
επίθετο1. Που δεν κινείται ή δεν αλλάζει θέση, ακινητοποιημένος σε σχέση με το περιβάλλον του.
2. Που παραμένει σταθερός ή αμετάβλητος στον χρόνο ή στις συνθήκες, χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άγαλμα στην πλατεία είναι στατικό και δεν κινείται.
- Η ιστοσελίδα αυτή είναι στατική, χωρίς δυναμικό περιεχόμενο.
- Το πρόβλημα οφειλόταν σε στατικό ηλεκτρισμό που συγκεντρώθηκε στα ρούχα.
- Η μέθοδος στην κλάση δηλώθηκε στατική ώστε να καλείται χωρίς αντικείμενο.
- Οι σχολιασμοί του έργου παρέμειναν στατικοί παρά τις αλλαγές στο περιεχόμενο.