μετρημένος
επίθετοΠου φανερώνει αυτοσυγκράτηση και μετριοπάθεια στις εκφράσεις, στις πράξεις ή στη συμπεριφορά· που δεν υπερβάλλει και εκδηλώνει συγκρατημένα συναισθήματα.
Συνώνυμα
συγκρατημένος λελογισμένος εγκρατής ζυγισμένος ψύχραιμος ήρεμος διακριτικός συλλογισμένος ελεγχόμενος επιφυλακτικός υπολογισμένος ήπιος συνεσταλμένος συνετός σώφρων φρόνιμος ισορροπημένος φειδωλός προσεκτικός μεθοδικός σοβαρός σταθερός ακριβής πειθαρχημένος αξιοπρεπής επιτηδευμένος ευπρεπής συντηρητικός ταπεινός κουλ ορθολογικός χαμηλόφωνος
Αντώνυμα
υπερβολικός παρορμητικός ορμητικός προκλητικός αμέτρητος απερίσκεπτος ανεξέλεγκτος εκρηκτικός εκδηλωτικός ακραίος αυθαίρετος έξαλλος απέραντος ασυγκράτητος επιδεικτικός ιδιότροπος μανιακός ξεδιάντροπος πληθωρικός υστερικός φανατικός τρελός αδιάκριτος επιπόλαιος έντονος γελοίος άγριος αγέρωχος αδάμαστος απεριόριστος υπεροπτικός
Παραδείγματα χρήσης
- Τα κουκιά ήταν μετρημένα πριν τη σπορά.
- Είναι μετρημένος άνθρωπος και δεν μιλάει πολύ.
- Η ομιλία της ήταν μετρημένη και ουσιαστική.
- Στο τέλος του μήνα τα χρήματα είναι μετρημένα.
- Οι κινήσεις του στο παιχνίδι ήταν μετρημένες, χωρίς βιασύνη.