αποφασισμένος

επίθετο

1. Που έχει λάβει σταθερή απόφαση και δεν διστάζει να την ακολουθήσει.

2. Που επιδεικνύει σταθερή βούληση και σθένος στην εκτέλεση ή επιδίωξη ενός στόχου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι αποφασισμένος να τελειώσει το πρότζεκτ πριν το τέλος της εβδομάδας.
  • Η Μαρία ήταν αποφασισμένη να μην αλλάξει γνώμη.
  • Οι εργαζόμενοι είναι αποφασισμένοι να διεκδικήσουν καλύτερες συνθήκες.
  • Μετά τη συζήτηση, το συμβούλιο ήταν αποφασισμένο για τη νέα πολιτική.
  • Παρά τις δυσκολίες, έμειναν αποφασισμένοι και προχώρησαν με το σχέδιο.