διαταραγμένος
επίθετο1. Που έχει υποστεί διατάραξη στην κανονική κατάσταση, λειτουργία ή σειρά, με αλλοιωμένη ή απορυθμισμένη δομή.
2. Που παρουσιάζει ψυχική ή συναισθηματική ανισορροπία, με ακανόνιστη ή προβληματική συμπεριφορά και σκέψη.
Συνώνυμα
ταραγμένος αναστατωμένος εκνευρισμένος ανήσυχος ασταθής ανισόρροπος τρελός αποδιοργανωμένος ανώμαλος παράφρων πειραγμένος προβληματικός μπερδεμένος παρανοϊκός ψυχασθενής ψυχοπαθής ψυχωτικός καμένος ζαλισμένος διεγερμένος νευρικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαταραγμένος άντρας απομακρύνθηκε από το πλήθος.
- Ο διαταραγμένος ύπνος δεν του επιτρέπει να συγκεντρωθεί.
- Η διαταραγμένη ισορροπία του οικοσυστήματος απειλεί πολλά είδη.
- Μετά τον σεισμό, η διαταραγμένη καθημερινότητά μας χρειάστηκε μήνες για να επανέλθει.
- Το διαταραγμένο πρόγραμμα πτήσεων προκάλεσε ώρες αναμονής στους επιβάτες.