ευμετάβλητος
επίθετο1. Που αλλάζει εύκολα ή συχνά, χωρίς σταθερή ή μόνιμη κατάσταση.
2. Που επηρεάζεται εύκολα από εξωτερικές συνθήκες ή διαθέσεις και παρουσιάζει ασταθή συμπεριφορά ή χαρακτηριστικά.
Συνώνυμα
μεταβλητός μεταβαλλόμενος διακυμαντικός ασταθής απρόβλεπτος ρευστός αβέβαιος αλλοπροσάλλος αναποφάσιστος ασυνεπής ελαστικός εφήμερος παροδικός κινητός παρορμητικός ευέλικτος προσαρμοστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός είναι πολύ ευμετάβλητος την άνοιξη.
- Η κατάσταση στην αγορά παραμένει ευμετάβλητη λόγω των διεθνών εξελίξεων.
- Το κλίμα της περιοχής είναι ιδιαίτερα ευμετάβλητο και αλλάζει από ώρα σε ώρα.
- Οι ευμετάβλητοι καιροί δυσκολεύουν τον προγραμματισμό των εργασιών.
- Η διάθεσή του είναι ευμετάβλητη, γι’ αυτό δεν ξέρεις ποτέ πώς θα αντιδράσει.