μεταβατικός
επίθετο1. Που αφορά ή εκφράζει μετάβαση από μια κατάσταση, μορφή ή στάδιο σε άλλη.
2. Που είναι προσωρινός ή ενδιάμεσος, λειτουργώντας ως στάδιο ή στοιχείο αλλαγής ανάμεσα σε δύο πιο μόνιμες καταστάσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μεταβατική περίοδος μετά την κρίση κράτησε δύο χρόνια.
- Ορίστηκε μεταβατική κυβέρνηση μέχρι να γίνουν εκλογές.
- Το ρήμα «αγαπώ» είναι μεταβατικό, γιατί απαιτεί άμεσο αντικείμενο.
- Οι μεταβατικοί δείκτες της αγοράς υποδεικνύουν σιγά-σιγά ανάκαμψη.
- Η άνοδος της θερμοκρασίας ήταν μεταβατική και δεν άλλαξε τις μακροπρόθεσμες συνθήκες.