μόνιμος
επίθετο1. Που διαρκεί για μεγάλο ή απεριόριστο χρονικό διάστημα και δεν είναι προσωρινός.
2. Που έχει σταθερή θέση, κατάσταση ή ιδιότητα και δεν αλλάζει εύκολα.
3. Που υπάρχει συνεχώς ή επανέρχεται τακτικά, χωρίς διακοπή ή αναστολή.
Συνώνυμα
τακτικός διαρκής σταθερός πάγιος αμετάβλητος αδιάλειπτος συνεχής ισόβιος εξασφαλισμένος παντοτινός σταθερό μακροχρόνιος αιώνιος αέναος στατικός αδιάκοπος διαπαντός ακλόνητος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος έγινε μόνιμος υπάλληλος στο γραφείο.
- Είναι μόνιμος κάτοικος της πόλης.
- Έχει μόνιμη κατοικία στην Αθήνα.
- Το έργο εντάχθηκε στη μόνιμη συλλογή του μουσείου.
- Η επέμβαση άφησε μόνιμες ουλές.