διαρκής

επίθετο

1. Που διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα ή παραμένει σε ισχύ πέρα από το αναμενόμενο.

2. Που υπάρχει ή ενεργεί χωρίς διακοπή ή παύση.

3. Που επιδεικνύει σταθερή παρουσία ή επίδραση καθ’ όλη τη διάρκεια μιας κατάστασης.

Συνώνυμα

συνεχής διηνεκής αδιάλειπτος αδιάκοπος ανελλιπής συνεχιζόμενος αμείωτος μόνιμος σταθερός παρατεταμένος απρόσκοπτος αέναος ατέρμονος ασταμάτητος αδιάσπαστος ατέλειωτος ανθεκτικός αιώνιος παντοτινός μακροχρόνιος επίμονος ισόβιος μακρύς

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διαρκής βροχή προκάλεσε πλημμύρες στις πεδινές περιοχές.
  • Ο διαρκής θόρυβος από το εργοστάσιο ενοχλεί τους κατοίκους.
  • Η διαρκής προσπάθεια των επιστημόνων οδήγησε σε νέες ανακαλύψεις.
  • Υπάρχει διαρκής ανάγκη για εκπαίδευση στον ψηφιακό τομέα.
  • Η διαρκής παρουσία των εθελοντών εξασφάλισε την καλή οργάνωση της εκδήλωσης.