κινητικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με την κίνηση ή προκύπτει από αυτήν, δηλώνοντας ιδιότητες, φαινόμενα ή διαδικασίες που αφορούν μετατόπιση ή μεταβολή θέσης.

2. Που παράγει ή προκαλεί κίνηση, λειτουργώντας ως κινητήρια δύναμη ή μοχλός δράσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κινητική ενέργεια του αυτοκινήτου αυξήθηκε καθώς ανέπτυσσε ταχύτητα.
  • Τα μικρά παιδιά βελτίωσαν τις κινητικές τους δεξιότητες με το παιχνίδι.
  • Ο νευρολόγος εξέτασε το κινητικό αντανακλαστικό του ασθενούς.
  • Ο μηχανισμός είναι κινητικός και μεταφέρει την κίνηση στους τροχούς.
  • Οι κινητικοί ασθενείς χρειάζονται λιγότερη βοήθεια για τη μετακίνηση.