αμφιταλαντευόμενος

επίθετο

1. Που διστάζει και εναλλάσσει τη γνώμη ή την απόφαση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες επιλογές.

2. Που παρουσιάζει μεταβαλλόμενη ή αβέβαιη στάση απέναντι σε πρόσωπα, ιδέες ή καταστάσεις, χωρίς σταθερή προσήλωση.

Συνώνυμα

ταλαντευόμενος διστακτικός αναποφάσιστος αμφίθυμος δισταστικός αβέβαιος επιφυλακτικός κυμαινόμενος αμφίβολος αλλοπρόσαλλος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο μαθητής ήταν αμφιταλαντευόμενος πριν αποφασίσει για το πανεπιστήμιο.
  • Η Μαρία παρέμεινε αμφιταλαντευόμενη μεταξύ δύο προτάσεων εργασίας.
  • Το κοινό έμεινε αμφιταλαντευόμενο μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος.
  • Οι ψηφοφόροι εμφανίζονταν αμφιταλαντευόμενοι στη δημοσκόπηση.
  • Η απόφαση της διοίκησης ήταν αμφιταλαντευόμενη, καθώς οι κίνδυνοι και τα οφέλη ήταν δύσκολο να σταθμιστούν.