προσγειωμένος
επίθετο1. Που έχει προσγειωθεί ή βρίσκεται στο έδαφος μετά από πτήση ή άνοδο.
2. Που χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό και πρακτικότητα στις σκέψεις και τη συμπεριφορά, χωρίς υπερβολές ή φαντασιώσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
απογειωμένος ονειροπόλος εξωπραγματικός ουτοπικός αλαζονικός υπερόπτης αλαζόνας αγέρωχος ιδιόρρυθμος σοβαροφανής υπεροπτικός υπεραισιόδοξος υπερβολικός ανεύθυνος απρόσεκτος παραλογικός φανταστικός μαγικός προκλητικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος είναι προσγειωμένος, δεν κάνει υπερβολικά όνειρα.
- Η Μαρία παρέμεινε προσγειωμένη παρόλες τις επιτυχίες της.
- Το αεροπλάνο είναι πλέον προσγειωμένο στο αεροδρόμιο.
- Οι καθηγητές προσπάθησαν να κρατήσουν τους μαθητές προσγειωμένους πριν από την εξεταστική.
- Η ομάδα έμεινε προσγειωμένη μετά τη νίκη και συνέχισε να δουλεύει σκληρά.