συγκροτημένος
επίθετο1. Που έχει σαφή, οργανωμένη και λογική δομή στα μέρη ή στις ιδέες του.
2. Που διατηρεί σταθερή, αυτοελεγχόμενη συμπεριφορά και ελεγχόμενες αντιδράσεις χωρίς υπερβολή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παρορμητικός ανώριμος ασυγκράτητος ανεξέλεγκτος ανεύθυνος ζαλισμένος συγκεχυμένος ασυνάρτητος ασύνδετος διαταραγμένος ελαφρόμυαλος επιπόλαιος θολωμένος πελαγωμένος συγχυσμένος ακατάστατος ασυνεπής απρόσεκτος ανισόρροπος υστερικός εκρηκτικός άτακτος χαοτικός αποσβολωμένος διαλυμένος εκνευρισμένος χαμένος μπερδεμένος αγχωμένος αφηρημένος νευρικός ανασφαλής απελπισμένος παρανοϊκός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι συγκροτημένος και παίρνει αποφάσεις με σύνεση.
- Ο λόγος της ομιλίας ήταν συγκροτημένος, με σαφή αρχή, μέση και τέλος.
- Ο οργανισμός είναι συγκροτημένος και λειτουργεί σύμφωνα με κανονισμούς.
- Ο σχεδιασμός του έργου ήταν συγκροτημένος, με χρονοδιάγραμμα και κατανομή ευθυνών.
- Παρά την κρίση, ο επικεφαλής παρέμεινε συγκροτημένος και οδήγησε την ομάδα στην επίλυση.