σίγουρος
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από βεβαιότητα σχετικά με την ορθότητα, την αλήθεια ή την έκβαση κάποιου γεγονότος ή ισχυρισμού.
2. Που έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητες, τις επιλογές ή την κρίση του και ενεργεί χωρίς αμφιβολία.
Συνώνυμα
βέβαιος βεβαιωμένος βεβαιότατος θετικός πεπεισμένος πεισμένος διαβεβαιωμένος ασφαλής εγγυημένος σταθερό αξιόπιστος έμπιστος στέρεος σταθερός αποφασισμένος αυτοπεποίθητος βεβαιωτικός έγκυρος αδιάψευστος ασφαλισμένος αδιαμφισβήτητος επιβεβαιωμένος
Αντώνυμα
αβέβαιος αμφίβολος μπερδεμένος αμήχανος απορημένος σαστισμένος άπορος αμφιταλαντευόμενος επισφαλής συγχυσμένος σκεπτικός ανασφαλής διστακτικός αναποφάσιστος αμφισβητήσιμος αμφισβητούμενος ασαφής επικίνδυνος απελπισμένος αγχώδης πανικόβλητος πελαγωμένος προβληματισμένος υποθετικός αναξιόπιστος ασταθής κινούμενος αγχωμένος αποπροσανατολισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Είμαι σίγουρος ότι θα πετύχεις στις εξετάσεις.
- Είσαι σίγουρος;
- Η Μαρία είναι σίγουρη για την απόφασή της.
- Το λογισμικό αυτό είναι σίγουρο και δεν παρουσίασε προβλήματα.
- Οι ειδικοί είναι σίγουροι πως τα μέτρα θα αποδώσουν.