σίγουρος

επίθετο

1. Που χαρακτηρίζεται από βεβαιότητα σχετικά με την ορθότητα, την αλήθεια ή την έκβαση κάποιου γεγονότος ή ισχυρισμού.

2. Που έχει εμπιστοσύνη στις ικανότητες, τις επιλογές ή την κρίση του και ενεργεί χωρίς αμφιβολία.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είμαι σίγουρος ότι θα πετύχεις στις εξετάσεις.
  • Είσαι σίγουρος;
  • Η Μαρία είναι σίγουρη για την απόφασή της.
  • Το λογισμικό αυτό είναι σίγουρο και δεν παρουσίασε προβλήματα.
  • Οι ειδικοί είναι σίγουροι πως τα μέτρα θα αποδώσουν.