αποφασιστικός

επίθετο

1. Που παίρνει αποφάσεις γρήγορα και με βεβαιότητα, χωρίς δισταγμό, και ενεργεί με σταθερή βούληση για την υλοποίησή τους.

2. Που καθορίζει ή κρίνει το αποτέλεσμα μιας κατάστασης ή αντιπαράθεσης, οδηγώντας σε τελικό αποτέλεσμα ή αλλαγή πορείας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αρχηγός ήταν αποφασιστικός και οδήγησε την ομάδα στη νίκη.
  • Η διευθύντρια ήταν αποφασιστική στην απόφασή της για τις προσλήψεις.
  • Η τελική δοκιμή ήταν το αποφασιστικό στοιχείο για την αποδοχή του προϊόντος.
  • Η νίκη ήρθε χάρη σε μια αποφασιστική επέμβαση του προπονητή.
  • Αντέδρασε αποφασιστικά όταν προέκυψε το πρόβλημα.