σταθεροποιημένος

επίθετο

1. Που έχει αποκτήσει ή διατηρεί σταθερή κατάσταση, χωρίς σημαντικές διακυμάνσεις ή μεταβολές.

2. Που έχει στερεωθεί ή εδραιωθεί ώστε να μην μετακινείται ή να μην αλλάζει εύκολα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ασθενής είναι σταθεροποιημένος μετά την επέμβαση.
  • Η ασθενής είναι σταθεροποιημένη και μεταφέρθηκε στη μονάδα.
  • Η οικονομία φαίνεται σταθεροποιημένη μετά τα νέα δημοσιονομικά μέτρα.
  • Το διάλυμα παρέμεινε σταθεροποιημένο σε χαμηλή θερμοκρασία για 24 ώρες.
  • Οι εικόνες ήταν σταθεροποιημένες λόγω του προηγμένου συστήματος αντι-τρεμάμενου.