περιστασιακός

επίθετο

1. Που συμβαίνει ή εμφανίζεται κατά διαστήματα, χωρίς συστηματικότητα ή μόνιμη επαναληψιμότητα.

2. Που σχετίζεται με συγκεκριμένη περίσταση ή συγκυρία και προκύπτει εξαιτίας αυτής.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Νίκος είναι περιστασιακός συνεργάτης της εταιρείας.
  • Κάνει περιστασιακές δουλειές για να συμπληρώσει το εισόδημά του.
  • Η χρήση της αίθουσας ήταν περιστασιακή και όχι μόνιμη.
  • Πήγε στο γραφείο μόνο για περιστασιακή βοήθεια.
  • Έχουμε περιστασιακή επαφή, κυρίως στις γιορτές.