άπιστος

επίθετο

1. Που δεν τηρεί την πίστη ή την αφοσίωση προς κάποιο πρόσωπο, ιδίως σε ερωτικές ή εμπιστευτικές σχέσεις.

2. Που δεν πιστεύει ή δεν αναγνωρίζει θεούς ή θρησκευτικές διδασκαλίες.

Συνώνυμα

μοιχός απατητής απατηλός άστατος γυναικάς άθεος πολυγαμικός ασεβής αναξιόπιστος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η άπιστη σύζυγός του τον πλήγωσε όταν αποκαλύφθηκε η εξωσυζυγική σχέση της.
  • Τον χαρακτήρισαν άπιστο επειδή αρνήθηκε να ακολουθήσει τα έθιμα της κοινότητας.
  • Ο Γιάννης, άπιστος Θωμάς, δεν πίστεψε την είδηση χωρίς αποδείξεις.
  • Η επιτροπή έμεινε άπιστη απέναντι στα ανακοινωμένα αποτελέσματα λόγω έλλειψης δεδομένων.
  • Μην του δίνεις το μυστικό - είναι άπιστος και μπορεί να το αποκαλύψει.