ζαλισμένος
επίθετο1. Που αισθάνεται αστάθεια ή αδυναμία ισορροπίας, συνοδευόμενη από αίσθημα περιστροφής, ναυτίας ή τάσης λιποθυμίας, λόγω διαταραχής του αιθουσαίου συστήματος, χαμηλής αρτηριακής πίεσης, κόπωσης ή χρήσης ουσιών.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιώργος, μετά το παιχνίδι στο λούνα παρκ, ήταν ζαλισμένος.
- Ο παίκτης σηκώθηκε γρήγορα και ένιωσε ζαλισμένος.
- Ο τουρίστας στο πλοίο ήταν ζαλισμένος από το κυματισμό της θάλασσας.
- Μόλις άκουσε τα νέα για την απολύση, ο Μάρκος έμεινε ζαλισμένος.
- Μετά από δύο ποτήρια κρασί, ο Νίκος ήταν ζαλισμένος και δυσκολευόταν να σταθεί όρθιος.