εμπιστεύσιμος
επίθετοΠου μπορεί να εμπιστευτεί κανείς, επειδή επιδεικνύει συνέπεια, ειλικρίνεια ή διακριτικότητα στην εκπλήρωση υποχρεώσεων ή στη διαχείριση πληροφοριών.
Συνώνυμα
αξιόπιστος φερέγγυος έμπιστος εμπιστευτός πιστός έντιμος ειλικρινής ευσυνείδητος υπεύθυνος συνεπής σταθερός συμπαθητικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πατέρας μου είναι εμπιστεύσιμος και πάντα με συμβουλεύει.
- Η φίλη μου είναι εμπιστεύσιμη· ξέρω ότι δεν θα αποκαλύψει το μυστικό.
- Οι πληροφορίες στο αρχείο είναι εμπιστεύσιμες για την έρευνα.
- Το λογισμικό πρέπει να είναι εμπιστεύσιμο πριν το κυκλοφορήσουμε.
- Οι συνεργάτες μας είναι εμπιστεύσιμοι σε θέματα οικονομικής διαχείρισης.
- Τα δείγματα αυτά δεν θεωρούνται εμπιστεύσιμα, οπότε θα επαναλάβουμε τις μετρήσεις.