αβέβαιος
επίθετο1. Που δεν παρέχει βεβαιότητα ή σιγουριά σχετικά με την πραγματική κατάσταση, την πληροφόρηση ή το αποτέλεσμα, και επομένως δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα ή αξιόπιστη πρόβλεψη.
Συνώνυμα
αμφίβολος ασαφής αμφίσημος απροσδιόριστος ασταθής αμφίρροπος επισφαλής απρόβλεπτος αναποφάσιστος ανασφαλής διστακτικός επιφυλακτικός μπερδεμένος αμφιταλαντευόμενος άδηλος αμήχανος αόριστος τυχαίος αδιευκρίνιστος ανεπιβεβαίωτος ασάφης ευμετάβλητος θολός αμφισβητήσιμος ανακριβής απατηλός συγκεχυμένος τυχαίο άγνωστος ανήσυχος ακαθόριστος αποπροσανατολισμένος απροετοίμαστος ρευστός
Αντώνυμα
βέβαιος σίγουρος σαφής ξεκάθαρος σταθερός αποφασιστικός αποφασισμένος βεβαιωμένος δεδομένος θετικός αποδεδειγμένος αυτοπεποίθητος εγγυημένος εξασφαλισμένος κατηγορηματικός αξιόπιστος προβλέψιμος ακλόνητος ακριβής αδιάψευστος ευκρινής καθοριστικός προδιαγεγραμμένος σθεναρός ασφαλής τελικός συγκεκριμένος απόλυτος ορισμένος αδιαμφισβήτητος δοκιμασμένος επακριβής επαληθευμένος καθορισμένος σταθεροποιημένος σταθερό έγκυρος αισιόδοξος ασφαλισμένος αποδεικτικός αναπόφευκτος επικυρωμένος οριστικός προγραμματισμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν είμαι αβέβαιος για την ημερομηνία της συνάντησης.
- Η Μαρία ήταν αβέβαιη πριν αποφασίσει αν θα δεχτεί τη δουλειά.
- Το αποτέλεσμα της δοκιμής παραμένει αβέβαιο.
- Οι επενδυτές δείχνουν αβέβαιοι για την πορεία της αγοράς.
- Ο καιρός είναι αβέβαιος και μπορεί να βρέξει ανά πάσα στιγμή.