έκτακτος
επίθετο1. Που συμβαίνει απροσδόκητα ή έξω από το συνηθισμένο πρόγραμμα και απαιτεί άμεση αντιμετώπιση.
2. Που αφορά κατάσταση ανάγκης ή παρέμβαση για άμεση αποκατάσταση ή για την πρόληψη βλάβης ή κινδύνου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εκδόθηκε έκτακτο δελτίο ειδήσεων για την κακοκαιρία.
- Η κυβέρνηση κήρυξε έκτακτη ανάγκη μετά τον ισχυρό σεισμό.
- Ορίστηκε έκτακτος συντονιστής για τη διαχείριση της κρίσης.
- Ανακοινώθηκαν έκτακτες εξετάσεις για τους φοιτητές του τμήματος.
- Ελήφθησαν έκτακτα μέτρα για την προστασία των πολιτών.
- Οι έκτακτοι υπάλληλοι προσλήφθηκαν προσωρινά για τη θερινή περίοδο.