αυτοσχέδιος

επίθετο

1. Που έχει κατασκευαστεί ή συναρμολογηθεί πρόχειρα και προσωρινά, χωρίς επίσημο σχέδιο ή επαγγελματικό εξοπλισμό.

2. Που γίνεται αυθόρμητα ή χωρίς προετοιμασία, ως άμεση ή παροδική λύση.

Συνώνυμα

αυτοσχεδιασμένος προχειροφτιαγμένος προχειροκατασκευασμένος πρόχειρος προσωρινός αυτοσχεδιαστικός μπαλωμένος φτιαχτός εφευρετικός ερασιτεχνικός πειραματικός πρωτότυπος αυθαίρετος αυθόρμητος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Φτιάξαμε ένα αυτοσχέδιο τραπέζι από ξύλινες παλέτες.
  • Οι πρόσφυγες έμεναν σε αυτοσχέδιους καταυλισμούς στα περίχωρα.
  • Η ομάδα πρότεινε μια αυτοσχέδια λύση στο πρόβλημα δικτύου.
  • Βρέθηκε ένα αυτοσχέδιο όπλο στο αυτοκίνητο.
  • Οι μαθητές παρουσίασαν αυτοσχέδια πειράματα στην επιστημονική έκθεση.
  • Ο μηχανικός κατασκεύασε έναν αυτοσχέδιο αντάπτορα για το παλιό μηχάνημα.