αξιόπιστος
επίθετοΠου εμπνέει ή δικαιολογεί εμπιστοσύνη λόγω σταθερής, συνεπούς και ακριβούς συμπεριφοράς ή απόδοσης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναξιόπιστος αφερέγγυος ανέντιμος ανακριβής απατηλός ελαττωματικός σκάρτος απίστευτος χαλασμένος ύποπτος ασυνεπής μαλάκας παραπλανητικός προβληματικός προδοτικός αβέβαιος αμφίβολος ανεύθυνος άπιστος άτιμος ανεπαρκής δήθεν γελοίος απίθανος μαϊμού απατεώνας αμφισβητούμενος ανεπιβεβαίωτος αχρείος επισφαλής ασταθής αμφισβητήσιμος σκατένιος ανυπόληπτος κακοφτιαγμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αξιόπιστος συνεργάτης μας ολοκλήρωσε το έργο εγκαίρως.
- Η αξιόπιστη πηγή επιβεβαίωσε τις πληροφορίες.
- Το αξιόπιστο μηχάνημα λειτουργεί χωρίς προβλήματα εδώ και χρόνια.
- Χρειαζόμαστε αξιόπιστους συνεργάτες για την υλοποίηση του προγράμματος.
- Οι αξιόπιστες μετρήσεις είναι απαραίτητες για ακριβή συμπεράσματα.