ταραχώδης
επίθετο1. Που χαρακτηρίζεται από έντονη αναστάτωση ή διαταραχή στην ομαλή λειτουργία κοινωνικών, πολιτικών ή προσωπικών καταστάσεων, με συχνές συγκρούσεις ή αλλαγές.
Συνώνυμα
χαοτικός θυελλώδης χαώδης ταραγμένος αναστατωμένος ασταθής εκρηκτικός τεταμένος φουρτουνιασμένος κλυδωνισμένος βίαιος θορυβώδης ορμητικός σπασμωδικός ανήσυχος μπερδεμένος τρελός νευρικός πυρετώδης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ταραχώδης θάλασσα ανάγκασε το πλοίο να δέσει στο λιμάνι.
- Η ταραχώδης περίοδος της χώρας κράτησε χρόνια μετά την πολιτική κρίση.
- Οι σχέσεις τους ήταν ταραχώδεις τα τελευταία χρόνια.
- Η δεκαετία ήταν ταραχώδης για την οικογένεια λόγω πολλών αλλαγών.
- Οι διαδηλώσεις κατέληξαν σε ταραχώδεις συγκρούσεις στο κέντρο της πόλης.