αναποφάσιστος
επίθετοΠου αδυνατεί να λάβει ή να διατηρήσει ξεκάθαρη απόφαση, διστάζει μπροστά σε επιλογές και συχνά αλλάζει γνώμη ή καθυστερεί την επιλογή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι αναποφάσιστος και δεν ξέρει αν θα δεχτεί τη δουλειά.
- Κατά τη συνέντευξη, ο υποψήφιος έδειξε ότι ήταν αναποφάσιστος σχετικά με τις πολιτικές του επιλογές.
- Ο καιρός σήμερα είναι αναποφάσιστος, με εναλλαγές ήλιου και βροχής.
- Περίμεναν την απάντησή του γιατί ήταν αναποφάσιστος για το πότε θα ταξιδέψει.
- Ο προπονητής φάνηκε αναποφάσιστος όταν κλήθηκε να διαλέξει τον σκόρερ της ομάδας.