αμετακίνητος
επίθετο1. Που δεν μπορεί να μετακινηθεί ή δεν έχει μετακινηθεί από τη θέση του.
2. Που δεν αλλάζει θέση, κατάσταση ή άποψη, παραμένοντας όπως πριν.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κινητός κινούμενος μετακινούμενος ευκίνητος κινητικός μεταβλητός ευέλικτος εύκαμπτος υποχωρητικός συμβιβαστικός προσαρμόσιμος ελαστικός αμφιταλαντευόμενος ανεκτικός δεκτικός μεταβαλλόμενος εναλλασσόμενος αλλαγήσιμος προσαρμοστικός συνεργάσιμος
Παραδείγματα χρήσης
- Το άγαλμα ήταν αμετακίνητο παρά τον ισχυρό άνεμο.
- Ο πρόεδρος έμεινε αμετακίνητος στις αποφάσεις του.
- Η στάση της παρέμεινε αμετακίνητη παρά τις πιέσεις.
- Οι εκπρόσωποι παρέμειναν αμετακίνητοι στις θέσεις τους κατά τις διαπραγματεύσεις.
- Η απόφαση του δικαστηρίου θεωρείται αμετακίνητη και δεν ανατρέπεται εύκολα.