υποστηρίζω
ρήμα1. Παρέχω βοήθεια, ενίσχυση ή πόρους σε πρόσωπο, ομάδα ή οργάνωση ώστε να διευκολύνω τη λειτουργία, την ανάπτυξη ή την επιβίωσή τους.
2. Δηλώνω ή εκφράζω αποδοχή, συμφωνία ή υπεράσπιση μιας ιδέας, θέσης ή πρότασης.
Συνώνυμα
στηρίζω συμπαραστέκομαι συνηγορώ υπερασπίζω ενισχύω βοηθώ συνδράμω προωθώ υιοθετώ ισχυρίζομαι επιχειρηματολογώ επικροτώ ασπάζομαι ενθαρρύνω εξυπηρετώ λέγω προβάλλω προκρίνω συνιστώ συντηρώ τεκμηριώνω υπερασπίζομαι ψηφίζω λέω σοβαρολογώ βοηθάω δικαιολογώ ενδυναμώνω ενστερνίζομαι ευνοώ ξελασπώνω προάγω προσυπογράφω συμμερίζομαι συντάσσομαι συντρέχω συνυπογράφω τοποθετούμαι υποβοηθώ χορηγώ επιδοτώ επιμένω διατηρώ επιβεβαιώνω εγγυώμαι εμμένω παρέχω προμηθεύω σχολιάζω συμφωνώ εγκρίνω εγγυώ επιδοκιμάζω προσχωρώ επιχορηγώ χρηματοδοτώ
Αντώνυμα
αντιτίθεμαι εναντιώνομαι αντιλέγω διαφωνώ αμφισβητώ αντικρούω απορρίπτω αναιρώ αντιμάχομαι αντιτάσσομαι εκμηδενίζω θίγω καταγγέλλω κοροϊδεύω ξεπουλώ σνομπάρω υπονομεύω χλευάζω παρατώ αναιρούμαι αντιπαλεύω αντιστρατεύομαι κακολογώ καταρρίπτω παραγκωνίζω σαμποτάρω αρνούμαι καταδικάζω αποδοκιμάζω ανατρέπω αναχαιτίζω απαξιώνω απαρνούμαι αποθαρρύνω αποκηρύσσω διαμαρτύρομαι εκφοβίζω εξουδετερώνω επικρίνω εχθρεύομαι κατακρίνω παρακωλύω τσακίζω φιμώνω πειράζω παρατάω αμφιβάλλω βλάπτω πολεμώ ανακρίνω γελοιοποιώ διασύρω εμπαίζω εξουθενώνω ζορίζω καταστέλλω καταψηφίζω κράζω κωλύω παρωδίζω στιγματίζω σφυροκοπώ εκβιάζω κατηγορώ απειλώ εκδιώχνω τρομοκρατώ περιγελώ τρολάρω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ υποστηρίζω αυτόν τον υποψήφιο στις εκλογές.
- Σε δύσκολες στιγμές υποστηρίζω τους φίλους μου με λόγια και πράξεις.
- Την αδελφή μου υποστηρίζω οικονομικά μέχρι να βρει δουλειά.
- Στη συζήτηση, υποστηρίζω ότι τα στοιχεία δείχνουν βελτίωση.
- Ως προγραμματιστής, υποστηρίζω τη μορφή αρχείου PDF στο λογισμικό που φτιάχνω.