συμφωνώ
ρήμα1. Δηλώνω με λόγια, χειρονομίες ή πράξεις ότι δεν έχω αντίρρηση σε πρόταση, ιδέα ή ενέργεια που μου προτείνεται.
2. Έχω την ίδια γνώμη, κρίση ή στάση με άλλο πρόσωπο ή ομάδα, χωρίς ουσιαστική διαφωνία.
Συνώνυμα
συναινώ συγκατατίθεμαι συγκλίνω συντάσσομαι δέχομαι αποδέχομαι εγκρίνω ενστερνίζομαι υιοθετώ συνυπογράφω ομοφωνώ συμμερίζομαι προσυπογράφω κανονίζω ταιριάζω ασπάζομαι συμβιβάζομαι συνεννοούμαι δεσμεύομαι διακανονίζω συνάπτω επικροτώ υπογράφω συμβαδίζω ταυτίζομαι υποστηρίζω αληθεύω παραδέχομαι συνθηκολογώ μάλιστα αντιστοιχώ επιδοκιμάζω συμπίπτω
Αντώνυμα
διαφωνώ αντιτίθεμαι αρνούμαι αντιλέγω απορρίπτω καταψηφίζω αντιμάχομαι αντιπαρατίθεμαι διαφέρω εναντιώνομαι επιχειρηματολογώ συγκρούομαι αντιπαλεύω αντιστρατεύομαι αντιφάσκω αντιτάσσομαι αμφισβητώ αντικρούω κρίνω πολεμάω αντιστέκομαι απέχω αποδοκιμάζω αποκλίνω όχι ανταπαντώ επιφυλάσσομαι διαφοροποιούμαι διαμαρτύρομαι διαψεύδω πολεμώ ανασκευάζω τσακώνομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Μετά από συζήτηση, συμφωνώ με την πρότασή σου.
- Διάβασα το συμβόλαιο και συμφωνώ με τους όρους.
- Στην ψηφοφορία, συμφωνώ να προχωρήσουμε με το σχέδιο.
- Με βάση τα δεδομένα, συμφωνώ ότι πρέπει να αλλάξουμε τη στρατηγική.
- Σε γενικές γραμμές, συμφωνώ, αλλά χρειάζεται περισσότερος χρόνος.