αντικρούω
ρήμα1. Παρουσιάζω επιχειρήματα, στοιχεία ή λογικά επιχειρήματα με σκοπό να δείξω ότι ένας ισχυρισμός, μια θέση ή ένα επιχείρημα είναι ανακριβές, αδύναμο ή μη τεκμηριωμένο.
Συνώνυμα
αντιλέγω αναιρώ αποδομώ διαψεύδω καταρρίπτω αμφισβητώ ανασκευάζω αντιπαραθέτω αντιτάσσομαι εξουδετερώνω διαφωνώ αντιπαραβάλλω αντιφάσκω απορρίπτω εκμηδενίζω ξεμπροστιάζω αντιμάχομαι απαντώ καταπολεμώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δικηγόρος αντικρούει τα επιχειρήματα της αντίδικης πλευράς.
- Η ερευνήτρια αντικρούσε την αρχική υπόθεση με νέα πειραματικά δεδομένα.
- Τα στοιχεία αντικρούουν τη δημόσια δήλωση του υπουργού.
- Στο συνέδριο, πολλοί ομιλητές αντικρούσαν θεωρίες που θεωρούνταν αβάσιμες.
- Απάντησε στην κριτική για να αντικρούσει τις κατηγορίες.