στιγματίζω
ρήμα1. Κάνω σε κάποιο πρόσωπο, ζώο ή αντικείμενο μόνιμο ή εμφανές σημάδι (π.χ. με σφραγίδα, καύση ή χάραξη), ώστε να αναγνωρίζεται ή να διακρίνεται.
Συνώνυμα
διαπομπεύω σπιλώνω διασύρω δακτυλοδεικτώ συκοφαντώ εξευτελίζω κατακρίνω καταδικάζω απαξιώνω στοχοποιώ κακολογώ προσβάλλω ατιμάζω ξεφτιλίζω ετικετοποιώ απομονώνω αποδοκιμάζω προσάπτω υποτιμώ βρίζω υποβιβάζω εκθέτω καταλογίζω ενοχοποιώ χαρακτηρίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν θέλω να στιγματίζω κανέναν για τις επιλογές του.
- Μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να στιγματίζω ολόκληρες ομάδες ανθρώπων.
- Ο Τύπος δεν πρέπει να στιγματίζω το θύμα αντί για τον θύτη.
- Η κοινωνία συχνά στιγματίζω όσους ζητούν βοήθεια για ψυχική υγεία.
- Το παλιό σκάνδαλο συνέχισε να τον στιγματίζω για χρόνια.