στιγματίζω

ρήμα

1. Κάνω σε κάποιο πρόσωπο, ζώο ή αντικείμενο μόνιμο ή εμφανές σημάδι (π.χ. με σφραγίδα, καύση ή χάραξη), ώστε να αναγνωρίζεται ή να διακρίνεται.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Δεν θέλω να στιγματίζω κανέναν για τις επιλογές του.
  • Μια τέτοια συμπεριφορά μπορεί να στιγματίζω ολόκληρες ομάδες ανθρώπων.
  • Ο Τύπος δεν πρέπει να στιγματίζω το θύμα αντί για τον θύτη.
  • Η κοινωνία συχνά στιγματίζω όσους ζητούν βοήθεια για ψυχική υγεία.
  • Το παλιό σκάνδαλο συνέχισε να τον στιγματίζω για χρόνια.