αντιστρατεύομαι
ρήμα1. Δρω ενεργά εναντίον κάποιου ή κάτι, επιδιώκοντας να αποτρέψω, να υπονομεύσω ή να εμποδίσω τη δράση, την εφαρμογή ή την επιρροή του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ως βουλευτής, αντιστρατεύομαι κάθε μέτρο που περιορίζει τα εργασιακά δικαιώματα.
- Στην ομάδα, δεν αντιστρατεύομαι τους συναδέλφους μου, αλλά προσπαθώ να τους στηρίζω.
- Ως περιβαλλοντολόγος, αντιστρατεύομαι την υπερκατανάλωση και τη σπατάλη φυσικών πόρων.
- Πολλές φορές, αντιστρατεύομαι τον εαυτό μου όταν προσπαθώ να αλλάξω κακές συνήθειες.
- Δεν αντιστρατεύομαι το νομοθετικό πλαίσιο, αλλά ζητώ να εφαρμοστεί δίκαια.